ἐφελκίς

ἐφελκ-ίς, ίδος, ,
A scab of a sore or wound, Aret.SD2.3, Gal.8.6, al., Archig. ap. eund.12.679.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ἐφελκίς — scab of a sore fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐφελκίδα — ἐφελκίς scab of a sore fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐφελκίδας — ἐφελκίς scab of a sore fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐφελκίδος — ἐφελκίς scab of a sore fem gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐφελκίδων — ἐφελκίς scab of a sore fem gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εφελκίδα — η (Α ἐφελκίς, ίδος) η σκληρή, στερεή ουσία που καλύπτει μιαν απώλεια δερματικής ουσίας και που σχηματίζεται πάνω σε έλκος, σε πληγή, κν. κάκαδο, κρούστα. [ΕΤΥΜΟΛ. < επί + ἕλκος] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.